Δευτέρα 25 Μαρτίου 2013

Επιτέλους malakes!



Βαρέθηκα να σας ακούω όλους να «κλαίτε» την μοίρα σας λες και όλα τα δεινά έπεσαν επάνω σας ενώ εσείς είστε άμοιροι ευθυνών. Λίγη κοινή λογική να κατείχατε θα καταλαβαίνατε ότι αιτία των δεινών σας (μας) είστε (είμαστε) οι ίδιοι. Δεν λέω κάτι καινούριο, το ’χουν ξαναπεί κι άλλοι. Επιτέλους πονέστε λίγο τον εγκέφαλό σας. Σας παραχωρήθηκε δωρεάν!



Σας παραμυθιάζουν αυτοί οι μισάνθρωποι «έξυπνοι» που μας κυβερνούν και μας εξουσιάζουν λέγοντας για παράδειγμα ότι έχουμε Δημοκρατία! Βρέ μ@λ... Πότε συμμετείχατε σε λήψη αποφάσεων που αφορούν την ζωή σας, την ζωή των παιδιών σας το μέλλον σας;;;;;;;;;; Σας έπεισαν ότι ψήφος μια φορά στα τέσσερα χρόνια λέγεται Δημοκρατία!! Αν το λέγατε αυτό σε έναν Αθηναίο του 5ου αι. θα σας έσπαγε στο ξύλο! Με μια ψήφο κάθε τέσσερα χρόνια εξουσιοδοτείτε εν λευκώ να σας γ@μ... Χωρίς να μπορείτε να αντιδράσετε!!! Ποια δικλείδα σας προσφέρει η Δημοκρατία τους ώστε να τους καθαιρέσετε σε περίπτωση αναντιστοιχίας λόγων και πράξεων; Πάμε σαν πρόβατα και ψηφίζουμε (άκουσον άκουσον) αυτούς που έχουν ήδη επιλέξει οι «αρχηγοί» -στις λίστες των κομμάτων- και οι καναλάρχες. Αυτούς που ήδη έχουν «δώσει» για να πάρουν την «εξουσία» και μετά ξεπληρώνουν τα «γραμμάτια» στις πλάτες σας.
Βρέ μ@λ.. Δεν νοείται Δημοκρατία με εκλογές!!!! Οι εκλογές είναι η πλέον αντιδημοκρατική διαδικασία. Οι εκλογές έχουν προβλέψιμα και «διαμορφώσιμα» αποτελέσματα. Όταν γνωρίζεις ποιος θα εκλεγεί, ξέρεις ποιον πρέπει να διαφθείρεις. Όταν θέλεις να προωθήσεις τα συμφέροντά σου, τότε προωθείς τον υπάλληλό σου στην εξουσία! Όταν είσαι διεφθαρμένος η «Δημοκρατία» τους σου προσφέρει πεδίον δράσης λαμπρόν, γίνεσαι επαγγελματίας πολιτικός!
Όταν δεν γνωρίζεις ποιος θα κυβερνήσει δεν ξέρεις ποιόν να διαφθείρεις και, εκ των πραγμάτων, δεν μπορείς να τους διαφθείρεις όλους. Αυτό επιτυγχάνεται μόνο με την κλήρωση! Κλήρωση είναι η Δημοκρατία! Η κλήρωση δίνει ίσες ευκαιρίες σε όλους. Η κλήρωση αποτρέπει την διαφθορά και αναγκάζει όλους να συμμετέχουν, να γνωρίζουν και κυρίως να γίνουν ΠΟΛΙΤΕΣ! Έτσι δούλευε η μοναδική αυθεντική Δημοκρατία του πλανήτη. Ουέ κι αν ιδιωτεύεις την γ@μ...
Όταν ο κληρωτός είναι ανίκανος ή διαφθαρεί τότε τον καθαιρείς την επομένη! Αιρετόν είναι η Δημοκρατία! Κληρώνεις τον επόμενο! Δεν περιμένεις σαν μ@λ τέσσερα χρόνια! Εσύ –ναι εσύ- επικυρώνεις νόμους! Εσύ αποφασίζεις για ΟΛΑ! Για πόλεμο, για ειρήνη, για μνημόνιο, για κρίση και όχι ο τραπεζίτης Στουρνάρας όχι ο Bildeberg Σαμαράς, Παπανδρέου, Καραμανλής κ.α. Ρε μ@λ.. Είναι Δημοκρατία να σε κυβερ-νάνε τα ίδια πρόσωπα 200 χρόνια;;;
Στην Δημοκρατία βρε μαλάκες όλοι οι ΠΟΛΙΤΕΣ είναι ΙΣΟΙ. Όχι μόνο απέναντι στο ΝΟΜΟ αλλά και μεταξύ τους, και αυτό έχει διαμορφωθεί και εντυπωθεί βαθιά τόσο στον τρόπο ζωής και συνείδησης που τους είναι αδιανόητο ότι μπορεί να υπάρξει πιο «ΙΣΟΣ» από τους ΙΣΟΥΣ. Σε μια κοινωνία ΙΣΩΝ δεν δύναται να υπάρξει Καπιταλισμός! Δεν δύναται να υπάρξει εκμετάλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Όχι γιατί κάποιοι δεν θα το ήθελαν, αλλά γιατί οι άλλοι δεν θα τους το επέτρεπαν! Γι’ αυτό ρε μαλάκες ο ανθρωποκεντρισμός εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην ψυχή και την νόηση του Έλληνα! Εκμετάλευση υπάρχει όπου υπάρχουν αφεντικά και δούλοι! Αυτός ο ανθρωποκεντρισμός εκφράστηκε με την καταπληκτική ρήση «Πάντων χρημάτων μέτρον εστίν άνθρωπος». Γι ‘αυτό ρε μ@λ οι Αθηναίοι είχαν καταργήσει την βασιλεία ήδη από τον 11ο αιώνα π.Χ.! (Κόδρος 1089-1068 π.Χ ή ο γιός του ο Μέδων κατ’ άλλους, ήταν ο τελευταίος βασιλιάς της Αθήνας). Όχι ότι έγινε αμέσως η Δημοκρατία αλλά αυτή ήδη είχε αρχίσει να σμιλεύεται μέσα τους και να σχηματίζεται στην εποχή του Σόλωνα που εμπνεύστηκε το αδιανόητο για τα παγκόσμια δεδομένα ακόμη και πολλούς αιώνες μετά! Την ΣΕΙΣΑΧΘΕΙΑ!
Στην Δημοκρατία δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν εταιρείες! Για τον απλούστατο λόγω ότι ένας ΠΟΛΙΤΗΣ δεν μπορεί να είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης από έναν άλλο ΠΟΛΙΤΗ. ΌΛΟΙ ΕΙΝΑΙ ΙΣΟΙ. Ακόμα και στα πλαίσια μιας οικονομικής φύσεως «συνεργασίας» ο ΠΟΛΙΤΗΣ δεν δύναται να δέχεται εντολές, να αξιολογείται για την απόδοσή του ή πόσο μάλλον να εναποθέτει το μέλλον του και την επιβίωσή του στα χέρια κάποιου άλλου «ΠΟΛΙΤΗ» που ονομάζεται εργοδότης διευθυντής ή όπως αλλιώς θέλετε! Αυτό το κάνουν μόνον οι δούλοι. Αυτό είστε ρε μαλάκες! Αυτό είμαστε! ΔΟΥΛΟΙ!!
Πέρα από την ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ακόμη και η ελληνική γλώσσα τρέφει μια απέχθεια προς την λέξη εταιρία!
«…Το επίθετο εταιρικός, σημαίνει και κάτι που σχετίζεται με τις εταίρες, τις πόρνες πολυτελείας, το δε ουσιαστικό εταιρισμός προερχόμενο από το ρήμα εταιρίζω σημαίνει αποκλειστικά πλέον την άσκηση της πορνείας.»
Θέμος Γκουλιώνης ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΑΥΤΗ Η ΑΓΝΩΣΤΗ εκδόσεις ΑΡΜΟΣ σελ. 32
Ξυπνήστε επιτέλους ΜΑΛΑΚΕΣ ζούμε σε έναν κόσμο που έφτιαξαν κάποιοι για να δουλεύουμε εμείς (οι μ@λ) και αυτοί να ζούν άεργοι στην πολυτέλεια!!! Βγείτε από το Σπήλαιο …θα συνηθίσετε το φως.
Και που ’στε μαλάκες, τα αδέλφια μας στην Κύπρο μας έχουν ανάγκη!!!

ΜΑΛΑΚΑΣ ΕΝ ΒΡΑΣΜΩ

Τετάρτη 20 Μαρτίου 2013

Sonderweg, ή αλλιώς η γερμανική ιδιαιτερότητα



Του Μάκη Ανδρονόπουλου*
 «Η ιστορία των Γερμανών είναι μια ιστορία των άκρων.
Έχει τα πάντα εκτός από τη μεσότητα και εδώ και χίλια χρόνια
οι Γερμανοί έχουν ζήσει τα πάντα εκτός από την κανονικότητα…
Το μόνο κανονικό στοιχείο της γερμανικής ιστορίας είναι οι βίαιες μεταβολές»

A.J.P. Taylor “The Course of German History”
Η γερμανική επιπολαιότητα στην διαχείριση της επίλυσης της κυπριακής κρίσης, η οποία συνίσταται στην αντισυστημική ιδέα του κουρέματος των καταθέσεων στην Κύπρο, πυροδότησε πρώτον, την αμφισβήτηση του πυρήνα του καπιταλιστικού συστήματος που είναι η Εμπιστοσύνη των καταθετών και δεύτερον, επιτέθηκε σε ρωσικά κεφάλαια ενεργοποιώντας γεωπολιτικά σύνδρομα. Φαίνεται λοιπόν ότι η Γερμανία ως γεωοικονομική δύναμη δεν έχει αποβάλει το σύνδρομο που την κατατρέχει στην ιστορία της, το Sonderweg. Από το υπό έκδοση βιβλίο μου παραθέτω ένα απόσπασμα που αφορά σε αυτή την ιδιαιτερότητα.
Στην γερμανική ιστοριογραφία υπάρχει μια σχολή που υποστηρίζει ότι ο τρόπος που εξελίχθηκε η γερμανική ιστορία κατά τη διάρκεια των αιώνων οδηγούσε αναπόφευκτα στο φαινόμενο της ναζιστικής Γερμανίας. Πρόκειται για την αμφιλεγόμενη θεωρία του Sonderweg (ζόντερβεγκ) που στην κυριολεξία σημαίνει «ειδικό μονοπάτι». Η θεωρία του Sonderweg έχει συνδεθεί κυρίως με την έκρηξη του ρομαντισμού στα τέλη του 18ου αιώνα και την ανάδυση της γερμανικής ταυτότητας από το 1806 και μετά. Έχει προσλάβει κατά περιόδους διαφορετικές κατευθύνσεις, νοήματα και αποχρώσεις.
Πριν από το 1940 ο όρος είχε θετική χροιά, καθώς οι Γερμανοί υποστηρικτές της θεωρίας επιχειρούσαν να καταδείξουν τις γερμανικές αρετές και τα προτερήματα του γερμανικού λαού. Το Sonderweg χρησιμοποιήθηκε για να εξηγήσει την γερμανική εξωτερική πολιτική και ιδεολογία πριν και κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η οποία χαρακτηρίζεται από μια προσπάθεια να βρει ένα «Τρίτο Δρόμο» για τον κόσμο, ανάμεσα στη «χυδαία» δυτική δημοκρατία και την ανατολική τσαρική απολυταρχία.
Στον αντίποδα, άλλοι ιστορικοί, Γερμανοί αλλά και Βρετανοί, είχαν μια αρνητική προσέγγιση στο Sonderweg, σύμφωνα με την οποία στα γερμανόφωνα εδάφη ακολουθήθηκε μια «μοναδική πορεία» στη μετάβαση από το καθεστώς της αριστοκρατίας στη δημοκρατία, μια πορεία που διαφέρει από εκείνη των άλλων ευρωπαϊκών χωρών, της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας.
Από το 1970 και μετά, οι υποστηρικτές της θεωρίας του Sonderweg εντοπίζουν στη νοοτροπία, τη δομή της κοινωνίας και στις θεσμικές εξελίξεις που ακολούθησε ο γερμανικός χώρος τη γερμανική ιδιαιτερότητα που οδήγησε στον χιτλερισμό και στον ακραίο αντισημιτισμό.
Με τη θεωρία του Sonderweg έχουν ασχοληθεί οι ιστορικοί και άλλοι επιστήμονες, όπως Ernst Fraenkel, Hans Rosenberg, George Mosse, Fritz Stern, Karl-Dietrich Bracher, Gerhard A. Ritter, Hans-Ulrich Wehler, Heinrich Αύγουστος Winkler, Helmut Plessner, Leonard Krieger, Kurt Sontheimer, John Maynard Keynes , Fritz Fischer, Wolfgang Mommsen.
Σύμφωνα με το Sonderweg, οι βασικές ιδιαιτερότητες του γερμανικού φαινομένου τους δύο προηγούμενους αιώνες εντοπίζονται: α) στην καθυστέρηση συγκρότησης κράτους-έθνους (1871) σε αντίθεση με τις ΗΠΑ ή τη Γαλλία. β) στις καταπιεστικές πρακτικές των κυβερνήσεων του Κάιζερ, που δεν επέτρεψαν στα κόμματα να χειραφετηθούν. γ) η γερμανική ήττα στον Α΄ ΠΠ κουρέλιασε την αυτοπεποίθηση του λαού, ο οποίος ζούσε πλέον με το άγχος να αποδείξει στην Ευρώπη ότι άξιζε. δ) η γερμανική πολιτική κουλτούρα ήταν συντηρητική. ε) οι Junkers, οι αριστοκράτες, μεγάλοι γαιοκτήμονες ανατολικά του Έλβα διατηρούσαν την πολιτική εξουσία τους, σε αντίθεση με τις χώρες που η εξουσία μεταβιβάστηκε στους βουλευτές. Έτσι, η συγκρότηση του γερμανικού έθνους-κράτους «με αίμα και σίδερο», όπως έλεγε ο Μπίσμαρκ, εδραίωσε μια μιλιταριστική αντίληψη του κράτους, που οδήγησε στην κατάρρευση της δημοκρατίας της Βαϊμάρης και στην άνοδο των Ναζί. στ) Η μπουρζουαζία και τα μεσαία στρώματα δεν επαναστάτησαν ποτέ έναντι των αριστοκρατών, παρέμειναν αδύναμα πολιτικά, με αποτέλεσμα να μην διαμορφωθεί ισχυρό μεταρρυθμιστικό ρεύμα. ζ) η γερμανική εμπειρία αποτελεί εν τέλει ένα μίγμα εκβιομηχάνισης, καπιταλισμού και κοινωνικο-οικονομικού εκμοντερνισμού από τη μια, με διατήρηση όμως των προβιομηχανικών δομών εξουσίας και θεσμών από την άλλη.
Η σύγχρονη εκδοχή του Sonderweg, λαμβάνοντας υπόψη όλα αυτά, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ανάδυση του ραστιστικού ναζισμού ήταν αναπόφευκτη στο γερμανικό χώρο. Κι εκεί ακριβώς ξεκινάει ένα πολύ ενδιαφέρον debate.
Ο Christopher Browning στο βιβλίο του «Ordinary Men» το 1992, αντιτίθεται στη θεωρία ότι οι Ναζί κινητοποιήθηκαν από ένα παθογόνο αντισημιτισμό που χαρακτήριζε τον γερμανικό πολιτισμό για αιώνες. Αναλύοντας την κουλτούρα και την κοινωνική δομή των ειδικών μονάδων της αστυνομίας που έκαναν μαζικές εκκαθαρίσεις Εβραίων, πριν από τα στρατόπεδα του ολοκαυτώματος, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτές δεν είχαν ριζωμένο μέσα τους τον αντισημιτισμό, αλλά μάλλον έγιναν δολοφόνοι υπό την πίεση τη συστηματικής κατήχησης και εκπαίδευσης. Τη ζοφερή λειτουργία της Γκεστάπο και του «Λαϊκού Δικαστηρίου» μέσα στην ίδια τη Γερμανία από το 1940 μέχρι το τέλος του πολέμου παρουσιάζει σε ένα από τα πιο σκληρά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ο μεγάλος Γερμανός συγγραφέας Hans Fallada στο βιβλίο του «Μόνος στο Βερολίνο». Η σκληρότητα που περιγράφει είναι αδιανόητη. Η βία, σωματική, διανοητική και ψυχική είναι ο τρόπος ζωής…
Κύριοι επικριτές της θεωρίας του Sonderweg  είναι δύο Βρετανοί μαρξιστές ιστορικοί, ο Geoff Eley και ο David Blackbourn, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει «κανονική» πορεία της κοινωνικής και πολιτικής αλλαγής και ότι η εμπειρία της Γαλλίας και της Βρετανίας κατά τον 19ο αιώνα δεν ήταν ο κανόνας για την Ευρώπη. Επισημαίνουν ακόμη ότι και αν η φιλελεύθερη γερμανική μεσαία τάξη ήταν αδύναμη σε εθνικό πολιτικό επίπεδο, παρ ‘όλα αυτά κυριάρχησε στην κοινωνική, οικονομική και πολιτιστική ζωή του 19ου αιώνα στη Γερμανία. Η αστικοποίηση (embourgeoisement) της γερμανικής κοινωνικής ζωής ήταν μεγαλύτερη από ότι στη Βρετανία και τη Γαλλία, όπου, κατά τη γνώμη των Eley και Blackbourn, ήταν πιο ευδιάκριτες οι αριστοκρατικές αξίες από ότι στη Γερμανία. Οι δύο ιστορικοί απέρριψαν την όλη έννοια του Sonderweg ως ελαττωματική κατασκευή, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για «ένα περίεργο μείγμα από ιδεαλιστική ανάλυση και χυδαίο υλισμό».
Πολλοί μελετητές έχουν αμφισβητήσει τα συμπεράσματα των Eley και Blackbourn, μεταξύ των οποίων οι Jürgen Kocka και Wolfgang Mommsen. Ο Kocka υποστήριξε ότι ενώ το Sonderweg δεν μπορεί να εξηγήσει επαρκώς τους λόγους της ανόδου του ναζιστικού κινήματος, εξηγεί την αποτυχία της δημοκρατικής δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Φαίνεται λοιπόν ότι στην τρέχουσα έρευνα το ζήτημα του Sonderweg περιορίζεται στην ατομική ανάπτυξη, έστω σε ένα τύπο Γερμανού που απαντάται συχνότερα.
Ο Μάκης Ανδρονόπουλος είναι δημοσιογράφος, αναρτά τις αναλύσεις του στο blog “extrapolation” και είναι συγγραφέας του βιβλίου «Η Ελλάδα στο ντιβάνι – Διεργασίες ανατροπής γύρω από την ιστορία, τη γλώσσα και τα κοινωνικά στερεότυπα» (εκδ. Αλεξάνδρεια, 2011).


Read more: http://rizopoulospost.com/sonderweg-h-alliws-h-germanikh-idiaiterothta/#ixzz2O7LJy0I2
Follow us: @RizopoulosPost on Twitter | RizopoulosPost on Facebook

Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2012

Αρτέμης Σώρρας: Όλη η αλήθεια για τα 600 δις




Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2012

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2012

Όλη η αλήθεια για το κατοχικό δάνειο


Αδιαμφισβήτητη η γερμανική οφειλή προς την Ελλάδα από τα χρόνια της επάρατης Κατοχής, ακριβώς επειδή λεηλατήθηκε η οικονομία της


του Δημοσθένη Κούκουνα 
ιστορικός, συγγραφέας


Σε 510 δις ευρώ ανέρχεται, κατά ρεαλιστικούς υπολογισμούς, το σημερινό ύψος της γερμανική οφειλής προς την Ελλάδα, που ακόμη παραμένει ύστερα από εβδομήντα χρόνια ανεξόφλητη. Το ποσό αυτό αφορά αποκλειστικά στις καταβολές που απαίτησαν και αναγκαστικά έλαβαν από το ελληνικό κρατικό ταμείο οι Γερμανοί κατακτητές στην περίοδο της Κατοχής. Αυτά είναι τα λεγόμενα Κατοχικά Δάνεια, τα οποία δεν έχουν καμιά σχέση ή συνάφεια με άλλες απαιτήσεις της χώρας μας από την Γερμανία, προερχόμενες από ανθρωπιστικές ή υλικές καταστροφές, τις πολεμικές αποζημιώσεις ή τις πολεμικές επανορθώσεις. Το θέμα αυτό, βεβαίως, ούτε πρωτοείσακτο είναι ούτε άγνωστο.
Ωστόσο, επειδή υπάρχει κάποια άχλυς, ίσως λόγω του χρόνου που έχει μεσολαβήσει ή και από ύποπτες σκοπιμότητες είναι χρήσιμο να γίνουν ορισμένες διευκρινίσεις για να αποτραπεί οποιαδήποτε σύγχυση. Υπάρχουν διάφορες πλευρές στο εσωτερικό, συνήθως από άγνοια, που δεν μπορούν να κατανοήσουν πόσο σημαντικό είναι να ζητηθούν και να εισπραχθούν τα οφειλόμενα κατοχικά δάνεια, που υπερβαίνουν κατά πολύ το εξωτερικό δημόσιο χρέος της Ελλάδος.
Αν, δηλαδή, υπήρχαν στην χώρα μας άξιοι και υπεύθυνοι πολιτικοί ηγέτες, το χρέος αυτό δεν θα είχε παραμείνει ανεξόφλητο μέχρι σήμερα. Και δεν είναι απλώς ζήτημα να εισπραχθεί μια αδιαμφισβήτητη οφειλή από ένα δύστροπο οφειλέτη. Ο οποίος μέχρι τώρα συστηματικά απέφευγε να την τακτοποιήσει, ούτε ζήτημα ταμειακής τάξης. Λόγω του μεγάλου μεγέθους της αποτελούσε τη βασική προϋπόθεση για την εξυγίανση της ελληνικής οικονομίας όλα αυτά τα χρόνια. Σε διάφορες κρίσιμες φάσεις, αν η εκάστοτε ελληνική κυβέρνηση φρόντιζε να διακανονίσει αυτό το γερμανικό χρέος καθ’ οιονδήποτε λογικό τρόπο, δεν θα χρειαζόταν να προσφεύγει σε δανεισμό για να επιζεί το ελληνικό κράτος.
Συνεπώς, όσα δηκτικά λέγονται από αρμοδίους και αναρμοδίους ιδιαίτερα μάλιστα, από πολλούς σύγχρονους Γερμανούς που είναι ή αδαείς ή θρασείς, αιτία του ελληνικού οικονομικού προβλήματος δεν είναι παρά μόνον η μη είσπραξη της γερμανικής οφειλής. Ούτε τα ποταπά φληναφήματα τύπου «μαζί τα φάγαμε» ούτε το κόστος της ευτελούς σχέσης πολιτικών και ψηφοφόρων ούτε καν τα κενά του ελληνικού διοικητικού συστήματος που με τόση καθυστέρηση αποκαλύπτονται σήμερα. Ακόμη και τις πάσης φύσεως ανεπίτρεπτες κλοπές και μίζες θα άντεχε ταμειακά η ελληνική οικονομία, αν είχαν εισπραχθεί τα οφειλόμενα κατοχικά δάνεια από την Γερμανία.

Πως προέκυψαν τα κατοχικά δάνεια

Ας έλθουμε σε μια πολύ συνοπτική παρουσίαση του όλου θέματος ιστορικά.
Όταν η Γερμανία και από πίσω της η Ιταλία κατέλαβαν την Ελλάδα την άνοιξη του 1941, οι διεθνείς Συμβάσεις της Χάγης ήδη από το 1907 προνοούσαν την εκ μέρους του κατεχόμενου κράτους καταβολή εξόδων για την διαβίωση και συντήρηση των κατοχικών στρατευμάτων. Αρχικά ο Γερμανός και ο Ιταλός κατακτητής  επέβαλαν αυθαίρετη μέθοδο πληρωμής αυτών των εξόδων με την κυκλοφορία των λεγόμενων «μάρκων κατοχής» και αντίστοιχα «μεσογειακών δραχμών» που, μάλιστα τυπώνονταν κατά βούληση. Οι αρμόδιοι του ελληνικού κατοχικού κράτους αντέδρασαν από την ανεξέλεγκτη κυκλοφορία αυτού του νομίσματος το οποίο η Τράπεζα της Ελλάδος ήταν υποχρεωμένη να το ανταλάσσει με το επίσημο ελληνικό χαρτονόμισμα στους κομιστές. Και τελικά τρεις μήνες αργότερα αποσύρθηκαν ολοκληρωτικά τα μάρκα κατοχής και οι μεσογειακές δραχμές, ΄ψστε όλες οι συναλλαγές των κατακτητών με τους προμηθευτές τους και όλες οι άλλες δαπάνες τους στην Ελλάδα να γίνονται μέσω της Τράπεζας της Ελλάδας.
Στην πορεία όμως διαπιστώθηκε ότι οι συνεχείς αφαιμάξεις από το ελληνικό δημόσιο ταμείο είχαν αδικαιολόγητο μέγεθος και ήταν πραγματικά δυσβάστακτες. Απόρροια του γεγονότος αυτού ήταν να καλύπτονται τα έξοδα κατοχής με την εκτύπωση νέου ελληνικού χαρτονομίσματος και να διογκώνεται ο πληθωρισμός με άμεση πρωταρχική συνέπεια την έλλειψη τροφίμων. Το Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο του 1941, ακριβώς λόγω της έλλειψης τροφίμων, κυρίως η Αθήνα και τα άλλα μεγάλα αστικά κέντρα γνώρισαν πρωτοφανή πείνα, με πολλές χιλιάδες τραγικά θύματα να λιώνουν στους δρόμους.
Το θέαμα αυτό φαίνεται πως συγκίνησε κάποιους στο εξωτερικό, ακόμη και στην Ρώμη ή στο Βερολίνο. Έτσι αναπτύχθηκε μια σειρά διαπραγματεύσεων, μεταξύ Γερμανών και Ιταλών ιθυνόντων, ερήμην όμως της ελληνικής κατοχικής κυβέρνησης, η δύναμη της οποίας έφτανε μόνο να προβαίνει σε ορισμένα διαβήματα. Από τις διαπραγματεύσεις αυτές, τις πρώτες για το ελληνικό οικονομικό πρόβλημα που δημιουργήθηκε λόγω των εξόδων κατοχής, προέκυψε η συμφωνία του Μαρτίου του 1942 στην Ρώμη.
Βάσει αυτής της συμφωνίας, η οποία κοινοποιήθηκε λίγες μέρες αργότερα στην κυβέρνηση Τσολάκογλου, προσδιορίστηκε ανώτατο όριο εξόδων κατοχής που δεν θα έπρεπε να υπερβαίνουν τις 1,5 δις δρχ. συνολικά και για τους δύο κατακτητές. Αυτό αναγνώρισαν οι ίδιοι εκουσίως. Πλην όμως, επειδή ζητούσαν και υποχρεωτικά έπαιρναν από την Τράπεζα της Ελλάδος  πολύ μεγαλύτερα ποσά, πέραν του ορίου που οι ίδιοι είχαν θέσει ως ανώτατο όριο, δηλαδή τις 1,5 δις δρχ. αυτά χαρακτηρίστηκαν ως προκαταβολές. Και, μάλιστα, σύμφωνα με την προαναφερθείσα Συμφωνία της Ρώμης, οι κατακτητές δεσμεύτηκαν να τα επιστρέψουν στο ελληνικό κράτος.
Αυτά είναι, λοιπόν, τα κατοχικά δάνεια, δηλαδή οι παραπάνω από τα τιθέντα ανώτατα όρια αναλήψεις χρημάτων από την Τράπεζα της Ελλάδος. Οι δύο κατακτητές συμφώνησαν μεταξύ τους ότι αυτά τα χρήματα  θα τα επέστρεφαν «αργότερα» στο ελληνικό κράτος. Σε επόμενη φάση διευκρινίστηκε ότι η εξόφληση αυτών των δανείων θα γινόταν άτοκα στο τέλος του πολέμου.
Οι όροι της Συμφωνίας της Ρώμης, που είχε αναδρομική ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 1942, επιβλήθηκαν υποχρεωτικά στην τότε κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου, προς την οποία ανακοινώθηκαν στις 23 Μαρτίου 1942, εννέα μέρες μετά την υπογραφή, με μια διακοίνωση των πρεσβευτών Γερμανίας και Ιταλίας στην Αθήνα. Η υπόδουλη κυβέρνηση δεν είχε καμμια άλλη επιλογή παρά να τους αποδεχτεί.

Το επισιτιστικό ζήτημα



Στην ίδια Συμφωνία όμως υπήρχε και δεύτερο σκέλος που αναφερόταν στα επισιτιστικά θέματα. Αν και οι κατακτητές, βάσει των ίδιων διεθνών συνθηκών που τους παρείχαν την δυνατότητα να απαιτούν την καταβολή εξόδων κατοχής, είχαν την υποχρέωση να μεριμνούν για την ομαλή εξασφάλιση της διατροφής του ελληνικού λαού, μέχρι τότε ήταν ουσιαστικά υπαίτιοι της έλλειψης τροφίμων που συνεχιζόταν. Μέχρι τότε απέδιδαν τις δυσκολίες στα προβλήματα που επέφερε ο συνεχιζόμενος συμμαχικός αποκλεισμός αλλά αυτός ήρθη στις αρχές του 1942 ως προς την Ελλάδα και τότε πλέον ήταν διαδικαστικό θέμα πως θα οργανωνόταν η αποστολή ειδών διατροφής από το εξωτερικό με μέριμνα του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού.
Το ενδιαφέρον των κατακτητών για τον επισιτισμό των Ελλήνων ήταν μάλλον προσχηματικό, διότι, αν η εγχώρια γεωργική παραγωγή και η κτηνοτροφία έμεναν άθικτες από τα κατοχικά στρατεύματα, η στοιχειώδης επιβίωση θα ήταν εξασφαλισμένη. Αλλά με τις αναγκαστικές δεσμεύσεις ή κατασχέσεις της ελληνικής παραγωγής ειδών διατροφής προς χρήση των κατακτητών, όχι μόνο για κατανάλωση εντός του ελληνικού εδάφους, αλλά και με εξαγωγές προς την Γερμανία, την Ιταλία ή άλλες κατεχόμενες χώρες, η Ελλάδα άδειασε από τρόφιμα.
Ενώ ανακοινώθηκε  ο περιορισμός των δεσμεύσεων της ελληνικής γεωργικής παραγωγής δήθεν προς προστασία του ελληνικού πληθυσμού, στην πραγματικότητα άρχισε μια πρόσθετη λεηλασία. Αυτή τη φορά η Ελλάδα χρησιμοποιήθηκε από τους Γερμανούς και Ιταλούς κατακτητές για να… χρηματοδοτήσει την εκστρατεία του Ρόμελ στην Βόρειο Αφρική. Στο ελληνικό κράτος επιβλήθηκε, μεταξύ άλλων, το κόστος της διακίνησης μέσω του εδάφους της, στρατιωτικών μονάδων με τελικό προορισμό το ανατολικό ή βορειοαφρικανικό μέτωπο, η τροφοδοσία τους, η αποστολή λαχανικών, φρούτων και κρεάτων στο ίδιο μέτωπο, ενώ πολλές χιλιάδες ανδρών του κατακτητή που είχαν τραυματιστεί αποθεραπευτεί ή απλώς κουραστεί περνούσαν από κατάλληλους ελληνικούς …τουριστικούς προορισμούς για αποθεραπεία και χαλάρωση! Είναι πολύ χαρακτηριστική η περίπτωση ενός νέου στρατιωτικού νοσοκομείου που οργανώθηκε εκτάκτως στον Πειραιά για να στεγαστούν περισσότεροι από χίλιοι «τραυματίες» προερχόμενοι από την Βόρειο Αφρική επειδή είχαν πληγεί από αφροδίσια νοσήματα! Κι αυτά ακόμη τα έξοδα νοσηλείας εντάχθηκαν στα «έξοδα κατοχής» και καταλογίστηκαν στη Ελλάδα.
Παράλληλα αποφασίστηκε η οικοδόμηση έκτακτων οδικών, οχυρωματικών, λιμενικών και άλλων παρεμφερών έργων αποκλειστικά στρατιωτικού χαρακτήρα, το κόστος των οποίων και πάλι επιβλήθηκε στο ελληνικό κράτος. Αυτά και άλλα παρόμοια έξοδα χρεώθηκαν επίσης εις βάρος της Ελλάδας και, μάλιστα, με προσωπική απόφαση του Χίτλερ αυθαίρετα μετονομάστηκαν από «έξοδα κατοχής» σε «έξοδα ανοικοδόμησης». Ας φανταστεί κανείς ότι τη βαριά οχύρωση της Κρήτης –που ο στρατάρχης Γκέριγκφιλοδοξούσε να την καταστήσει απόρθητη και να την μεταμορφώσει σε νέα Μάλτα- κλήθηκε ο πονεμένος ελληνικός λαός να την πληρώσει με το νόμισμά του, τη δραχμή.

Οι διαπραγματεύσεις Γκοτζαμάνη

Όλα αυτά τα έξοδα δεν ήταν παρά μια σπάταλη διαχείριση εκ μέρους των κατακτητών, ιδίως των Γερμανών, σε θέματα που κάθε άλλο παρά προβλέπονταν από τις διεθνείς Συμφωνίες. Η επίπτωση ήταν άμεση και καθοριστική για την ελληνική οικονομία, η οποία εξαρθρώθηκε, με άμεση συνέπεια τη διόγκωση της νομισματικής κυκλοφορίας, την αντίστοιχη γιγάντωση του πληθωρισμού και τελικά την επέκταση της πείνας σε όλο τον εγχώριο πληθυσμό και βεβαίως τον μαρασμό και την δυστυχία. Όλα αυτά χωρίς να προσμετρώνται οι συνεχείς οι συνεχείς ανθρωπιστικές καταστροφές. Με την αυθαιρεσία και την βιαιότητα του κατακτητή.
Για την αντιμετώπιση της οσημέραι αυξανόμενης αυτής κατάστασης η τότε κατοχική κυβέρνηση διαμαρτυρήθηκε και προκάλεσε την έναρξη νέων διαπραγματεύσεων, αρχικά στο Βερολίνο κι έπειτα στην Ρώμη, που άρχισαν τον Σεπτέμβριο του 1942.  Ελληνική αποστολή οικονομολόγων, τεχνοκρατών και ανώτερων αξιωματούχων υπό τον τότε υπουργό οικονομικών Σωτ. Γκοτζαμάνη, έλαβε μέρος  σε αυτές τις συζητήσεις, που όμως τελικά οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο. Όποιοσδήποτε παρακολουθήσει μέσα από τα έγγραφα που διασώθηκαν –και δημοσιεύονται στο πρόσφατο βιβλίο μου με τίτλο Η ελληνική οικονομία κατά την Κατοχή και η αλήθεια για τα κατοχικά δάνεια, εκδόσεις Ερωδιός-, κυρίως από τα Γερμανικά αρχεία και το προσωπικό αρχείο Γκοτζαμάνη, την πορεία αυτών των συζητήσεων, αντιλαμβάνεται το μέγεθος της ελληνικής οικονομικής καταστροφής την εποχή εκείνη. Η ιταλική πλευρά, που κυρίως είχε και την άμεση ευθύνη της τάξης στην ηπειρωτική Ελλάδα, κατατρυχόταν από το φόβο μιας συνολικής εξέγερσης του πληθυσμού, την οποία δεν θα μπορούσε να ελέγξει. Η αλήθεια είναι πως ένα σύντομο ταξίδι του Μουσολίνι στην Αθήνα τον Ιούλιο του 1942, οπότε προσωπικά διαπίστωσε το μέγεθος του επισιτιστικού ζητήματος και της οικονομικής καταστροφής, είχε οδηγήσει στην κατανόηση του όλου προβλήματος, όχι όμως και στην επίλυσή του. Τόσο οι Ιταλοί όσο και πρωτίστως οι Γερμανοί εννοούσαν να συνεχίσουν ακάθεκτοι την οικονομική απομύζηση της Ελλάδος.
Από αυτές τις συζητήσεις με τους Έλληνες εκπροσώπους οι κατακτήτές δεν ήθελαν τίποτα περισσότερο από το να εξαντλήσουν οποιαδήποτε πλουτοπαραγωγική δυνατότητα είχε απομείνει στη χώρα, ιδιαίτερα από την γεωργική παραγωγή της. Η επίλυση του επισιτιστικού είχε εκ του πονηρού αφεθεί στη δραστηριότητα του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού.

Η  Τελική Συμφωνία

Οι συζητήσεις με την ελληνική αντιπροσωπεία που πραγματοποιήθηκαν στο Βερολίνο, συνεχίστηκαν στην Ρώμη. Δεν υπήρχε καμιά επωφελής για τον ελληνικό λαό προοπτική, αλλά έπρεπε να πειστεί η ιταλική πλευρά, καθοδηγούμενη από τους Γερμανούς τεχνοκράτες του Βερολίνου, ποιες ρυθμίσεις έπρεπε να ακολουθηθούν. Πραγματικός στόχος δεν ήταν να βελτιωθεί η ζωή των Ελλήνων, αλλά πώς να απομυζηθούν ακόμη περισσότερα από αυτούς.
Ήδη στο Βερολίνο, από τις αρχές Οκτωβρίου 1942, είχε αποφασιστεί πως με την ιταλική συγκατάθεση θα συνεχιζόταν η οξύτερη απομύζηση της Ελλάδος. Ο κατοχικός υπουργός Γκοτζαμάνης και οι Έλληνες τεχνοκράτες επέστρεψαν άπρακτοι στην Αθήνα και ο τότε πρωθυπουργός Τσολάκογλου αρνήθηκε να παραμείνει στην εξουσία –στη συνέχεια θα αντικατασταθεί από τον καθηγητή Κ. Λογοθετόπουλο. Οι δύο κατακτητές συμφώνησαν μεταξύ τους όσες μεταβολές θεώρησαν αναγκαίες πάνω στην συμφωνία του Μαρτίου του 1942. Πρωταρχική σημασία δινόταν στην πλήρη ικανοποίηση των απαιτήσεων του γερμανικού στρατού κατοχής και των κεντρικών επιτελικών επιλογών.
Αποφασίστηκε η συνέχιση χρηματικών καταβολών εκ μέρους της Ελλάδος, πολλαπλάσιων όσων είχαν υπολογιστεί ως εξόδων κατοχής. Τα παραπάνω ποσά θα χαρακτηρίζονταν ως προκαταβολές και θα είχαν την μορφή κρατικού δανεισμού για όσο διάστημα θα διαρκούσε ο πόλεμος, μετά την λήξη του θα επιστρέφονταν στην Ελλάδα άτοκα, ενώ καθοριζόταν η τιμαριθμική βάση. Ενδιάμεσα θα συμψηφίζονταν όσες τυχόν εισαγωγές προϊόντων θα γίνονταν από την Γερμανία και την Ιταλία. Για το τελευταίο ζήτημα ιδρύθηκαν δύο  κρατικές εταιρείες, μια για το ελληνογερμανικό και μια για το ελληνοϊταλικό εξωτερικό εμπόριο –οι Degriges και Sacig αντίστοιχα.

Κλόντιους και Ράιχενμπαχ


Karl Clodius


Horst Reichenbach

Παράλληλα, αποφασίστηκε η επιβολή ελέγχου των ελληνικών δημοσιονομικών, ώστε να επιτευχθούν οικονομίες ακριβώς για να μπορούν να αντληθούν οι πόροι που είχαν απομείνει. Οι δύο κατακτητές όρισαν ειδικούς απεσταλμένους, οι οποίοι θα αναλάμβαναν να ελέγξουν τα ακριβή μεγέθη της ελληνικής οικονομίας και να πάρουν τα κατά την κρίση τους απαραίτητα μέτρα. Επρόκειτο για τους Νόιμπάχερ και Ντ’ Αγκοστίνο, που έλαβαν μεγαλύτερη εξουσία από τους πρεσβευτές Άλτενμπρουκ και Γκίτζι, τους εν δυνάμει ύπατους αρμοστές.Ταυτόχρονα ορίστηκαν οικονομικοί εμπειρογνώμονες, με προεξάρχοντα τον εξειδικευμένο διπλωμάτη Κάρλ Κλόντιους.
Όλοι αυτοί είχαν ειδικές εξουσίες και απέκτησαν πλήρη εξουσία στην υποτεταγμένη πλέον ελληνική οικονομία. Με σημερινούς όρους θα τους παρομοιάζαμε με τα μέλη της τρόικας, οι καθοριστικές αποφάσεις των οποίων λαμβάνονται αυθαίρετα και καταχρηστικά. Οι συσχετισμοί είναι σε ορισμένες περιπτώσεις απόλυτοι, καθώς παραγνωρίζεται η εξουσία των ελληνικών πολιτικών Αρχών, όπως γινόταν και τότε. Ό,τι δύναμη και αρμοδιότητα είχε τότε ο Κλόντιους έχει σήμερα ο Ράιχενμπαχ και κάτι ανάλογο συμβαίνει με τον Νόιμπαχερ και τον Φούχτελ. Με μια μικρή, δυσμενή για την σημερινή Ελλάδα διαφορά: Τότε η εθνική κυριαρχία είχε καταργηθεί de facto λόγω πολεμικής ήττας και κατοχής, ενώ σήμερα de jure, με απόφαση της Βουλής των Ελλήνων.

Το ύψος των κατοχικών δανείων

Επειδή κατά περιόδους πολλά έχουν λεχθεί για τα κατοχικά δάνεια και ιδιαίτερα για το ύψος που αντιπροσωπεύουν, θα ήταν πολύ χρήσιμο να γίνει ένας αντικειμενικός –επιστημονικός, θα έλεγα- υπολογισμός, ώστε να γνωρίζουμε το πραγματικό ποσό. Το καθήκον αυτό επαφίεται σε πιο ειδικούς οικονομολόγους και είναι όλως ατυχές που μέχρι σήμερα δεν βρέθηκε ένας αρμόδιος οιασδήποτε βαθμίδας να το πράξει ή ένας υπεύθυνος πολιτικός να αναθέσει σε μια επιτροπή εμπειρογνωμόνων μια εμπεριστατωμένη μελέτη.
Μετά την απελευθέρωση, ο αρμόδιος θεσμικός φορέας, η Τράπεζα της Ελλάδος, βάσει των σχετικών λογαριασμών που τηρούσε, προσδιόρισε το σύνολο των καταβολών που δόθηκαν από την αρχή στους κατακτητές σε όλο το διάστημα της κατοχής. Το συνολικό ποσό που αφορά στην Γερμανία ανέρχεται σε 1.617.781.093.648.819 δρχ. Μετά την αφαίρεση των κατά τα διεθνή νόμιμα εξόδων κατοχής, όπως αυτά συμφωνήθηκαν με τους κατακτητές, η μεν Γερμανία έλαβε πέραν αυτών ως προκαταβολές 1.530.033.302.528.819 δρχ. και η Ιταλία αντίστοιχα 157.053.637.000 δρχ.
Αυτά τα τελευταία ποσά είναι ακριβώς τα λεγόμενα κατοχικά δάνεια, που θα έπρεπε –κατά τις Συμφωνίες του Μαρτίου του 1942 και του Δεκεμβρίου του 1942- να επιστραφούν με την λήξη του πολέμου. Αυτό είναι το κεφάλαιο του κατοχικού δανείου σε ονομαστική αξία και αυτή ήταν η βάση για να υπολογιστεί η οφειλή όταν θα γινόταν η εξόφληση, διότι το ακριβές ποσό πρέπει να εξαχθεί με το μέτρο της τιμαριθμικής δραχμής. Εδώ τώρα τίθεται το ζήτημα ποιος είναι ο κανόνας προσδιορισμού της.
Η Τράπεζα της Ελλάδος προκειμένου να έχει την εποχή εκείνη μια αρχική εκτίμηση, χρησιμοποίησε την μέθοδο της αντιστοίχισης στην τιμή της χρυσής λίρας. Προσδιορίστηκε έτσι ότι η συνολική οφειλή της Γερμανίας ως προς τα κατοχικά δάνεια ανερχόταν σε 3.670.610 χρυσές λίρες.
Εκ πρώτης όψεως η μέθοδος αυτή φαίνεται λογική, πλην όμως δεν είναι αντιπροσωπευτική, διότι η επίσημη τιμή της χρυσής λίρας ήταν διαφορετική από την ανεπίσημη –και φυσικά ήταν χαμηλότερη. Πέραν αυτού, η συμφωνία που επέβαλλαν οι κατακτητές δεν όριζε συγκεκριμένη μέθοδο αποτιμαριθμοποίησης, πολύ δε περισσότερο όταν η μελετώμενη κατοχική περίοδος ήταν εξαιρετικά περίπλοκη. Συνεπώς, η αναζήτηση της δίκαιης αποτίμησης του χρέους θα πρέπει να ακολουθήσει ασφαλέστερο υπολογισμό.
Την άποψη ότι ο υπολογισμός του κατοχικού δανείου δεν είναι ορθός αν γίνει με την βάση της χρυσής λίρας πρώτος υποστήριξε ο καθηγητής Αγγελόπουλος, επιμένοντας ότι πιο ορθολογική και αντιπροσωπευτική είναι εκείνη του δολαρίου. Στην περίπτωση πρόσθετε, κατά την εκτίμησή του το κεφάλαιο οριζόταν για την Γερμανία σε 151 εκατομμύρια δολάρια μέχρι το 1964. Θα έπρεπε να προστεθούν 177 εκατ. Δολάρια για τόκους από 1ης Ιανουαρίου 1942, δηλαδή συνολικά 328 εκατ. δολάρια.
Ωστόσο αν στηριζόμαστε στην Συμφωνία του Μαρτίου του 1942, που συνήφθη μεταξύ και Ιταλών στην Ρώμη, δεν πρέπει να αρχίσει η χρέωση από την ημερομηνία εκείνη, διότι σαφώς αναφερόταν ότι πρόκειται περί ατόκου επιστροφής των καταβολών. Και δεν μπορούμε να αγνοήσουμε την Συμφωνία εκείνη, διότι επ’ αυτής εδράζεται η ελληνική αξίωση. Διαφορετικά, αν αγνοηθούν επιλεκτικά ορισμένοι όροι της, υπάρχει ο κίνδυνος να αδυνατίσει η θέση μας και να δοθούν επιχειρήματα για η μη τήρησή της.
Από την άλλη μεριά, δεν είναι ορθολογική η εκτίμηση του καθηγητή Αγγελόπουλου, διότι χρησιμοποιεί μεθοδολογία που στην πραγματικότητα μειώνει το σύνολο της οφειλής με το να λαμβάνει εσφαλμένη εκκίνηση της οφειλής στα 151 εκατομμύρια δολάρια, που τον Απρίλιο του 1964 αντιστοιχούσαν σε 15.100.000 λίρες ή κατ’ επέκταση το 2012 σε 4.530.000.000 ευρώ. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον Αγγελόπουλο, τον Απρίλιο του 1964 το κεφάλαιο έφτανε έντοκα, ως προς την Γερμανία πάντα, στις 32.800.000 χρυσές λίρες, οπότε με τις ίδιες αναλογίες (δηλαδή με επιτόκιο 4% και ετήσιο ανατοκισμό) το 2012 η συνολική οφειλή θα ήταν 215.513.819 χρυσές λίρες ή σε ευρώ 64.654.145.587. Αυτή είναι η εκτίμηση Αγγελόπουλου για τα κατοχικά δάνεια της Γερμανίας που οφείλονται στην Ελλάδα.
Ωστόσο, ο υπολογισμός αυτός έχει δυο βασικά μειονεκτήματα. Όπως προελέχθη, α)αγνοεί τον όρο της άτοκης επιστροφής κατά την λήξη του πολέμου και β)υπολογίζει επιτόκιο 4%. Ενδεχομένως το 1964, όταν έκανε τους υπολογισμούς του, το επιτόκιο να ήταν φυσιολογικό, πλην όμως προκειμένου για κρατικά δάνεια το ορθό θα ήταν 2,5% και όχι περισσότερο.
Επιλέγοντας αυτό υο χαμηλό επιτόκιο του 2,5% και εκκινώντας τον ανατοκισμό από το 1964, χρονολογία που ανυπερθέτως –δηλαδή με τη λήξη του πολέμου που νοείται κατά την Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων –θα έπρεπε το γερμανικό κράτος να επιστρέψει τις καταβολές που είχε λάβει καθ’ υπέρβαση των εξόδων κατοχής υπό σαφώς δανειακή μορφή και με την ανεπιφύλακτη δέσμευση επιστροφής των χρημάτων, καταλήγουμε σε άλλο ποσόν.
Πλήν όμως η εκτίμηση του καθηγητή Αγγελόπουλου το 1964 όσο κι εκείνη του κατοχικού υπουργού Γκοτζαμάνη το 1952 (περί 240 εκατ. δολαρίων) είναι εσφαλμένες. Αγνοούν την ορθή αποτίμηση της αναγκαίας τιμαριθμικής βάσης, η οποία όντως είναι αρκετά περίπλοκη. Αρκεί μόνο να υπομνησθεί πόσο ακραίες και αιφνίδιες ανατιμήσεις βασικών ειδών γίνονταν τότε, ιδίως αν λάβουμε υπ’ όψη ότι οι πραγματικές τιμές αγαθών απέιχαν εξαιρετικά από τις επίσημες και πόσο δύσκολο είναι να αναπαρασταθούν, ώστε να ληφθούν για να χρησιμοποιηθούν ως βάση υπολογισμών. Γι’ αυτό το λόγο αναζητήσαμε μια άλλη μεθοδολογία.
Η έρευνά μας προσανατολίστηκε διαφορετικά, λοιπόν, και με ένα συνδυασμό επίσημων και πραγματικών τιμών στα τρόφιμα και στα είδη καθημερινής χρήσης, της πραγματικής τιμής της χρυσής λίρας στην ελεύθερη αγορά, λαμβάνοντας υπόψη και τις αξίες των πωλούμενων ακινήτων, καθώς και άλλων δεικτών, περιλαμβανομένης και της γερμανικής οφειλής από τις ελληνικές εξαγωγές προς την Γερμανία διαρκούσης της Κατοχής, καταλήξαμε σε διαφορετικό ποσό. Έτσι, η πραγματική αποτίμηση του κατοχικού χρέους έφτασε την ημέρα που αποχώρησαν τα γερμανικά στρατεύματα στο συνολικό ύψος των 100 δις ευρώ, χωρίς να περιλαμβάνονται οι πολεμικές επανορθώσεις και αποζημιώσεις.
Αυτό είναι το ακριβές ποσό και είναι βέβαιο ότι αν κάποτε η ελληνική κυβέρνηση αποφασίσει να ασχοληθεί με το ζήτημα και αναθέσει σε μια επιτροπή ειδικών να το ερευνήσει σε βάθος, τότε θα επαληθευτεί πλήρως η δική μας εκτίμηση.
Επιπλέον, πρέπει να αναφερθεί ότι ο όρος περί σύντομης επιστροφής των κατοχικών δανείων ξεπεράστηκε όταν η οιονεί δανειακή σύμβαση κατέστη ληξιπρόθεσμη. Αυτό συνέβη με την Διάσκεψη Ειρήνης του 1946 και από τότε τα δάνεια είναι έντοκα, ώστε το αρχικό κεφάλαιο των 100 δις να ανέρχεται σήμερα, με χαμηλό επιτόκιο 2,5%, στα 510.033.165.000 ευρώ.   
Επομένως, αυτό το ποσό όφειλε να έχει καταβάλει το μεταπολεμικό γερμανικό κράτος και αδιαφόρησε να το πράξει. Υπό το πρόσχημα του διαμελισμού, πλέχθηκε μια σειρά επιχειρημάτων για να αποφύγει την αποπληρωμή των κατοχικών δανείων με την ανοχή ή την συνενοχή των συμμαχικών κυβερνήσεων. Αρκετά χρόνια μετά τη Διάσκεψη Ειρήνης εφευρέθηκε το επιχείρημα ότι η Γερμανία δεν ήταν σε θέση να υπογράψει την τελική Συνθήκη Ειρήνης ενόσω ήταν διαμελισμένη. Αν ήταν καλόπιστος οφειλέτης η Δυτική Γερμανία, στο διάστημα των 44 χρόνων που μεσολάβησαν μέχρι να ενοποιηθεί θα μπορούσε να είχε καταβάλει το μερίδιο που της αναλογούσε έστω και σταδιακά. Απέφυγε όμως να το πράξει, όπως το απέφυγε και στα επόμενα χρόνια, αφού πλέον ήταν ενοποιημένη και δεν μπορούσε να επικαλεστεί παρόμοιες αιτιάσεις.

Τι απέγινε με τα Δάνεια

Τα λεγόμενα κατοχικά δάνεια, που μέσα στον παραλογισμό τους οι κατακτητές είχαν αξιώσει από μια χώρα περιορισμένων δυνατοτήτων όπως η Ελλάδα, καταφέρνοντας έτσι να διαλύσουν εκ βάθρων την ελληνική οικονομία, οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν έχουν κατορθώσει  μέχρι σήμερα να τα εισπράξουν Κατά καιρούς έγιναν κάποιες ανάλογες ενέργειες χωρίς όμως αποτελέσματα.
Ήδη από τη Διάσκεψη της Ειρήνης στο Παρίσι το 1946 η τότε ελληνική κυβέρνηση προσπάθησε να σώσει το θέμα, μαζί με τις πολεμικές επανορθώσεις και αποζημιώσεις. Η Γερμανία δεν ήταν συγκροτημένο κράτος τότε και, εν πάση περιπτώσει, ήταν διαμελισμένη σε χωριστές ζώνες κατοχής, οπότε η απαίτηση τα Ελλάδος δεν κατέστη εφικτό να τεθεί. Αντίθετα, σε ό,τι αφορούσε στην Ιταλία, το θέμα τέθηκε και ύστερα από διάφορες διακυμάνσεις το ελληνικό κράτος ικανοποιήθηκε στο κεφάλαιο αυτό αργότερα.
Η τύχη της ελληνικής απαίτησης ως προς τη Γερμανία τυπικά θα έπρεπε να τεθεί προς ικανοποίηση όταν θα υπογραφόταν η Συνθήκη Ειρήνης, πράγμα ανέφικτο ενόσω η χώρα αυτή ήταν χωρισμένη σε Ανατολική και Δυτική. Ωστόσο, μετά την ίδρυση της Ομοσπονδιακής Γερμανίας, άρχισαν σταδιακά να αναπτύσσονται διμερείς οικονομικές σχέσεις με την Ελλάδα, αλλά οι Γερμανοί ιθύνοντες  δεν έστεργαν στην ρύθμιση του χρέους με το επιχείρημα ότι δεν ήταν υποχρεωμένοι να το πράξουν. Σε διάφορες φάσεις οι ελληνικές κυβερνήσεις έθεταν το θέμα χωρίς να μεταβάλλεται η γερμανική στάση.
Το Νοέμβριο του 1952 επέστρεψε στην Ελλάδα, αφού προηγουμένως είχε νομοθετικά αμνηστευθεί, ο κατοχικός υπουργός οικονομικών Σ. Γκοτζαμάνης, τερματίζοντας την πολύχρονη φυγοδικία του στο εξωτερικό. Μόλις έφτασε στην Αθήνα, έσπευσε να υποστηρίξει ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν πρέπει να απεμπολήσει τα κατοχικά δάνεια και πως όφειλε να ζητήσει την εξόφλησή τους.
Την εποχή που ο Ελληνικός Συναγερμός του στρατάρχη Παπάγου βρισκόταν στην εξουσία δεν ζητήθηκε επίσημα η εξόφληση των κατοχικών δανείων, αφού στην Συνδιάσκεψη του Λονδίνου το 1951 είχε κριθεί ότι θα αναμενόταν η υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης.
Παρ’ όλα αυτά, το αίτημα επαναλαμβανόταν σε διάφορες περιπτώσεις και η ανανέωση της αρνητικής απάντησης  από τη Δυτική Γερμανία ισοσταθμιζόταν με κάποια άλλη οικονομική διευκόλυνση. Το θέμα επανήλθε ανοιχτά στις αρχές του 1964, όταν στην εξουσία βρισκόταν η κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου. Ακολούθησαν τρεις νέες κρούσεις προς την κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Γερμανίας από τους Άγγελο Αγγελόπουλο, Ανδρέα Παπανδρέου και Ευάγγελο Σαββόπουλο αντίστοιχα, χωρίς όμως θετικό αποτέλεσμα.
Στα τελευταία χρόνια επανέρχεται συχνά στην δημοσιότητα το θέμα της διεκδίκησης του κατοχικού δανείου από την Γερμανία, ιδιαίτερα αφότου η χώρα μας βρέθηκε στο επίκεντρο της οικονομικής κρίσης με όλα τα συνεπακόλουθα. Ειδικότερα η στάση της σύγχρονης Γερμανίας είναι που προκαλεί την εντονότερη διεκδίκησή του.
Ωστόσο, αυτού του είδους η ελληνική απαίτηση δεν υπόκειται σε παραγραφή, αν αυτό υποστηρίζουν ορισμένο παράγοντες εκεί για να αποφύγουν την αποπληρωμή της, διότι και μόνο το γεγονός ότι κατά καιρούς το θέμα επανατίθεται από ελληνικής πλευράς, έστω κι αν για γενικότερους λόγους δεν καταφεύγει σε δικαστικές διαδικασίες, αποκλείει την παραγραφή.
Κάτι περισσότερο, θα προσθέταμε: Είναι θέμα τιμής για την σύγχρονη Γερμανία, η ηγεσία της οποίας παρουσιάζεται αγέρωχη απέναντι στην Ελλάδα επειδή βρέθηκε σε οικονομικά αδύναμη θέση, να εξοφλήσει τις πραγματικές οφειλές απέναντί της. Και είναι τόσο πραγματικές, κυριολεκτικά ποτισμένες με αίμα, ώστε οι σημερινοί ηγέτες της να γίνονται κατακριτέοι όταν με το δείκτη του χεριού απευθύνονται στους Έλληνες κατά τρόπο δηκτικό και καταφανώς ανήθικο. Ενδεχομένως αυτό το δημοσίευμα, αντί να σταθεί με αξιοπρέπεια και αντικειμενικότητα στη μελέτη του ιστορικού αντικειμένου του, να  έπρεπε να δώσει μεγαλύτερη σημασία στην ανάδειξη των μικροτήτων που σημειώθηκαν από τους Γερμανούς επί Κατοχής.
Το γεγονός ότι η μεταπολεμική Ελλάδα –μάλλον από συναισθηματικούς λόγους εξαιτίας της γενικότερης συμπάθειάς της προς τη σύγχρονη Γερμανία ή έστω από λόγους αδυναμίας των εκάστοτε δικών της κυβερνήσεων, δεν διεκδίκησε φορτικά την αποπληρωμή των κατοχικών δανείων- δεν σημαίνει ότι αυτά παύουν να είναι χρέος τιμής για μια χώρα που διεκδικεί ηγεμονική θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τα πρόσφατα

Τον τελευταίο καιρό γίνεται όλο και συχνότερα λόγος για τα κατοχικά δάνεια, αν και συχνά αυτά εμπλέκονται, συνήθως από άγνοια της σοβαρότητας του θέματος, με τα θέματα πολεμικών επανορθώσεων ή αποζημιώσεων. Το κεφάλαιο των κατοχικών δανείων είναι απόλυτα ξεκάθαρο και μεταπολεμικά δεν έχει γίνει η παραμικρή πληρωμή εκ μέρους της Γερμανίας. Αντίθετα –και ίσως αυτό να είναι η τρανότερη απόδειξη της ισχύος της ελληνικής απαίτησης-, ο άλλος οφειλέτης των κατοχικών δανείων, η Ιταλία, από πολλών ετών έχει εξοφλήσει την οφειλή της.


Διαπρεπείς ξένοι οικονομολόγοι μόλις πρόσφατα έχουν επιβεβαιώσει την γερμανική οφειλή. Ο Γερμανός καθηγητής Άλμπρεχτ Ριτσλ έχει βεβαιώσει το αδιαμφισβήτητο της υπόστασης του γερμανικού χρέους, ενώ ο Γάλλος Ζακ Ντεπλά έχει μιλήσει για ύψος 575 δις ευρώ.
Δεν μπορεί να υπάρξει καμιά αμφισβήτηση και νομίζω ότι μόνο οι εκάστοτε ελληνικές κυβερνήσεις έχουν αμελήσει να εισπράξουν τα οφειλόμενα από την Γερμανία. Ο φόβος έγκειται τώρα στον κίνδυνο η σημερινή ελληνική κυβέρνηση, ακόμα και η Βουλή των Ελλήνων, να εξαναγκαστούν εκβιαστικά να παραιτηθούν επίσημα της γερμανικής οφειλής, αν αυτό δεν έχει γίνει ήδη παρασκηνιακά. Φυσικά, κάτι τέτοιο θα πρόκειται για εθνική προδοσία, αλλά ο κάθε Έλληνας μπορεί να ελπίζει ότι ούτε τέτοια προδοσία έχει συμβεί ούτε η Γερμανία θα φανεί τελικά τόσο πολύ ανυπόληπτη…

πηγή: περιοδικό ΕΠΙΚΑΙΡΑ τεύχος 156 11-17/10/2012











Share

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More